Οινοποιείο Αργατία
Ετικέτα ξινόμαυρου κρασιού       Ετικέτα λευκού οίνου    Το βιβλίο της Χαρούλας Σπινθηροπούλου
  Ελληνικά       English

Το Ξινόμαυρο της Αργατίας


Ξινόμαυρο κλώνος V6 Ξινόμαυρο κλώνος V3

Η ευγενέστερη ερυθρή ποικιλία του βορειοελλαδίτικου χώρου, καλλιεργούμενη κυρίως στη Νάουσα, Γουμένισσα, Αμύνταιο, Αγιο Ορος, Οσσα, Τρίκωμο, Κοζάνη, Ραψάνη, Ιωάννινα, Μαγνησία, Καστοριά και Τρίκαλα.

Η συνολικά καλλιεργούμενη με Ξινόμαυρο έκταση ξεπερνά τα 18.000 (έτος 2000) στρέμματα. Εμφανίζει μεγάλη παραλλακτικότητα που εντείνεται από τις διαφορετικές εδαφοκλιματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες καλλιεργείται.

Σαν φυτό είναι ζωηρό, εύρωστο, γόνιμο, παραγωγικό, ευαίσθητο στο ωίδιο, το βοτρύτη, πολύ ευαίσθητο στην ξηρασία. Ορισμένες χρονιές εμφανίζει φυλλοξηρικές κηλίδες στα φύλλα.

Δίνει διαφορετικούς τύπους κρασιών ανάλογα με τα εδάφη στα οποία καλλιεργείται. Σε ελαφρά εδάφη δίνει πιο φρουτώδη και πιο φρέσκα κρασιά, ενώ σε μέσης μηχανικής σύστασης ως βαρειά εδάφη, ασβεστώδη, καλής στραγγισης, πλούσια κρασιά με δυνατότητα μακρόχρονης παλαίωσης.

Δίνει ποιοτικότερο σταφύλι όταν η ζωηρότητα των φυτών ελέγχεται, όταν η υδατική τροφοδοσία των φυτών είναι ομαλή καθόλη τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου (με εξαίρεση το στάδιο της ωρίμανσης που απαιτείται ένα ελαφρό στρεσσάρισμα των φυτών), όταν η φυλλική επιφάνεια είναι αρκετή και καλά διευθετημένη στο χώρο ώστε να θρέψει σωστά την παραγωγή, και όταν το φορτίο των φυτών μικρό (ο σημαντικότερος παράγοντας ποιότητας του Ξινόμαυρου).

Το αυστηρό κορυφολόγημα  και η αφαίρεση μεγάλης φυλλικής επιφάνειας με το ξεφύλλισμα έχουν αρνητική επίδραση στην ποιότητα του σταφυλιού. Λόγω της μεγάλης του ζωηρότητας πρέπει να αποφεύγονται οι καλλιεργητικές τεχνικές που την εντείνουν (αζωτούχες λιπάνσεις, υπερβολικές αρδεύσεις).

Είναι καλιόφιλη ποικιλία που δείχνει έντονα την έλλειψη τόσο στα φύλλα (ακόμα και πριν την ανθοφορία) όσο και στο κρασί (μεγάλη οξύτητα). Σε χρονιές δροσερές εμφανίζει σε ορισμένες περιοχές δυσκολία ωρίμανσης και εκεί έχει ανάγκη τη συνδρομή βελτιωτικών ποικιλιών.

Διαμορφώνεται σε κύπελλο (έχει ορθόκλαδη βλάστηση) αλλά κυρίως σε γραμμικό αμφίπλευρο κορδόνι (Royat) και κλαδεύεται κοντά στα 2 μάτια (και ο τυφλός ή τσίμπλα είναι γόνιμος).  Ξεκινά την βλάστηση στα μέσα του Απρίλη και ωριμάζει μετά τις 20 του Σεπτέμβρη.

Κάθε καρποφόρα κληματίδα φέρνει 2-3 σταφύλια μέτρια ως μεγάλα, βάρους που φθάνει τα 400 g, συνήθως πτερυγωτά, κωνικά ως κυλινδροκωνικά, αρκετά πυκνόραγα. Ο ποδίσκος κόβεται εύκολα, δημιουργώντας πρόβλημα την περίοδο του γυρίσματος των σταφυλιών στις ανεμόπληκτες περιοχές, αλλά διευκολύνοντας και τον τρυγητό. Οι ράγες είναι μέσου μεγέθους, βάρους 2.4 g, σφαιρικές, με φλοιό παχύ κυανομελανού χρωματισμού και σάρκα χυμώδη, υπόξινης γεύσης, με 1-3 μέτρια γίγαρτα στο εσωτερικό της.

Οι ράγες αποχωρίζονται σχετικά εύκολα από τον ποδίσκο και αντιπροσωπεύουν το 96% του βάρους του σταφυλιού, ενώ οι φλοιοί με τα γίγαρτα αποτελούν το 15% του βάρους των ραγών. Το γλεύκος του Ξινόμαυρου είναι πλούσιο σε σάκχαρα και οξέα, μέτριας περιεκτικότητας σε ανθοκυάνες, πλούσιο σε ολικές φαινόλες. Σαν πολυδύναμη ποικιλία που είναι δίνει διαφορετικούς τύπους προϊόντων.


Από σταφύλια του Ξινόμαυρου παράγονται οι ερυθροί ξηροί οίνοι Ο.Π.Α.Π. «Νάουσα», «Αμύνταιο», «Γουμένισσα» (μαζί με σταφύλια της Νεγκόσκας), «Ραψάνη» (μαζί με σταφύλια του Κρασάτου και του Σταυρωτού), ο αφρώδης ροζέ ξηρός και ο αφρώδης ροζέ ημίγλυκος οίνος Ο.Π.Α.Π. «Αμύνταιο», ο ημίγλυκος ερυθρός Ο.Π.Α.Π. «Νάουσα» και αρκετοί Τοπικοί και άλλοι επιτραπέζιοι οίνοι.

Τα τελευταία χρόνια έχουν απομονωθεί, 5 κλώνοι του Ξινόμαυρου, μέσα από τη διαδικασία της κλωνικής επιλογής που πραγματοποιήθηκε στην Βίτρο Ελλάς Α.Ε.

Οι δύο από αυτούς και πιο συκγεκριμμένα οι κλώνοι V3 και V6 έχουν αποδειχθεί από τις πειραματικές οινοποιήσεις ότι διαθέτουν τα πιο αξιόλογα οινικά χαρακτηριστικά και αυτοί οι δύο κλώνοι επιλέχθηκαν για καλλιέργεια στους αμπελώνες της Αργατίας